6.25.2013

Νέα (;) πρόσωπα και πολιτικές για τα ναρκωτικά

H συζήτηση για τον ανασχηματισμό και τα νέα πρόσωπα στην κυβέρνηση βρίσκεται στα στόματα όλoυ του κόσμου. Μια πρώτη ματιά στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δείχνει ότι οι νέες ηγεσίες των Υπουργείων Υγείας και Διοικητικής Μεταρρύθμισης είναι αυτές που συγκεντρώνουν τα περισσότερα σχόλια, συχνά δηκτικά. Δύο υπουργεία που χρειάζεται να θυμόμαστε ότι υπηρετούν τους πιο κρίσιμους τομείς για τη  χώρα μας αυτήν την περίοδο.

Η κρίση, όπως αποδεικνύεται κάθε μέρα, επηρεάζει  βαθιά την υγεία των Ελλήνων, και την ψυχική και τη σωματική. Η κατάθλιψη,  οι αυτοκτονίες, η χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ και μια σειρά από ασθένειες που σχετίζονται με το άγχος και την απόγνωση μπροστά στα αδιέξοδα της ανεργίας και της ύφεσης αυξάνονται καθημερινά. Την ίδια στιγμή οι μεγάλες περικοπές των τελευταίων ετών στο χώρο της υγείας συρρικνώνουν τη δυνατότητα των υπηρεσιών να στηρίξουν τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη.  Η χώρα φαίνεται να βαδίζει προς μια μεγάλη ανθρωπιστική κρίση, η οποία όλο και περισσότερο θυμίζει αυτό που συνέβη στην πρώην Σοβιετική Ένωση στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν οι ραγδαίες κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές και η κατάρρευση του συστήματος υγείας αύξησαν κατακόρυφα την κατάχρηση αλκοόλ, τους ηρωινομανείς, το AIDS και τις αυτοκτονίες, εκτοξεύοντας στα ύψη τη θνησιμότητα του πληθυσμού. Έγκυροι επιστήμονες της διεθνούς κοινότητας ήδη κάνουν τον παραλληλισμό μεταξύ των δύο χωρών και κρούουν του κώδωνα του κινδύνου. Μπροστά σε μια τέτοιου είδους απειλή, που μέρα με τη μέρα φαίνεται να μετατρέπεται σε ζοφερή πραγματικότητα, η Ελλάδα έχει ανάγκη, έστω και τελευταία στιγμή από πολιτικές ενίσχυσης του κράτους πρόνοιας και ανακούφισης όσων υποφέρουν.

Οι οξύτατες σημερινές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας φαίνεται να αγνοούνται από όσους χαράσσουν την πολιτική ή να παραμερίζονται μπροστά στην πίεση για αποφάσεις με άμεσο «λογιστικό» αποτέλεσμα, αλλά, τελικά καταστροφικό κοινωνικό αντίκτυπο.

Πρόσφατα, για  παράδειγμα, ήρθαν στο φως της  δημοσιότητας σενάρια συγχώνευσης  του ΚΕΘΕΑ με τον ΟΚΑΝΑ, τα οποία  αναμένεται να πλήξουν σοβαρά τον  ευαίσθητο τομέα αντιμετώπισης  των εξαρτήσεων, τη στιγμή που τα κρούσματα του  AIDS πολλαπλασιάζονται  μεταξύ των εξαρτημένων, το φθηνό  αλλά εξαιρετικά επικίνδυνο σίσα έχει κατακλύσει τις «πιάτσες» και οι εικόνες εξαθλίωσης των χρηστών στο δρόμο γίνονται σήμα κατατεθέν της πρωτεύουσας με πρωτοσέλιδα στο διεθνή Τύπο.  

Γνωρίζουν άραγε  πραγματικά οι αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες  και ενδιαφέρονται  για το τι συμβαίνει στους δρόμους  της Αθήνας; Ξέρουν ότι η χώρα διαθέτει από το Μάρτιο ένα νέο θεσμικό πλαίσιο για τα ναρκωτικά, όπου το ΚΕΘΕΑ και ο ΟΚΑΝΑ ως αυτόνομοι φορείς παίζουν κεντρικό ρόλο; Έχουν ενημερωθεί ότι ο πρωθυπουργός όρισε πριν από λίγες μόλις εβδομάδες εθνική συντονίστρια, ώστε να γίνει η αρχή  για μια νέα, ενισχυμένη  εθνική πολιτική και στρατηγική για τα ναρκωτικά;   Είναι δυνατόν να φαντάζονται ότι μια τέτοια στρατηγική μπορεί να υλοποιηθεί με συρρικνωμένα τα προγράμματα θεραπείας; Γνωρίζουν ότι το ΚΕΘΕΑ είναι ένας οργανισμός με ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, ετήσιες εκθέσεις ορκωτών ελεγκτών, τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα, διεθνείς αξιολογήσεις και ευρύτατη αποδοχή από τις τοπικές κοινωνίες; Τι όφελος θα έχει η ελληνική κοινωνία από μια συγχώνευση που θα αποδυναμώσει τους βασικούς φορείς αντιμετώπισης της εξάρτησης,  θα στερήσει υπηρεσίες από όσους τις έχουν ανάγκη και θα αυξήσει τις δαπάνες οι οποίες συνδέονται με την παραμονή των χρηστών στη χρήση και είναι πολλαπλάσιες από αυτές που απαιτούνται για τη λειτουργία θεραπευτικών προγραμμάτων;

Αυτό που  μετράει για τη χώρα δεν είναι  τα πρόσωπα, αλλά οι πολιτικές που πρόκειται να εφαρμόσουν. Δεν είναι τα σενάρια και οι ασκήσεις επί χάρτου, αλλά συγκεκριμένες αποφάσεις για την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους. Η χώρα μας έχει επείγουσα πλέον ανάγκη μια πολιτική κοινωνικής φροντίδας και υγείας η οποία θα προσπαθήσει να αντισταθμίσει τα τραύματα που προξενεί η οικονομική κρίση και θα βλέπει τα άτομα ενταγμένα στην κοινωνία και όχι στο περιθώριο της ζωής. Αν δεν συμβεί αυτό οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές όχι μόνο για τους εξαρτημένους και τις οικογένειές τους αλλά και για την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της. 

* Ο Χαράλαμπος Πουλόπουλος είναι διδάκτωρ Κοινωνικών Επιστημών, διευθυντής του Κέντρου Θεραπείας  Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ). Είναι πρόεδρος της επιστημονικής και  συμβουλευτικής επιτροπής της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Θεραπευτικών Κοινοτήτων (W.F.T.C.) και αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της  Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Θεραπευτικών Κοινοτήτων (E.F.T.C).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου