Με αφορμή τον τραγικό θάνατο του Βαγγέλη Γιακουμάκη σύσσωμη η
χώρα ανακάλυψε το bullying σπεύδοντας να το καταδικάσει και να εκφράσει
τον αποτροπιασμό της για τέτοιες πρακτικές. Ωστόσο, μια γρήγορη ματιά
στη νεοελληνική πραγματικότητα κάθε άλλο παρά συνηγορεί υπέρ της άποψης
πως τέτοιες πρακτικές αποτελούν «μεμονωμένα κρούσματα» ή πως η
πλειοψηφία καταδικάζει απερίφραστα ανάλογες συμπεριφορές. Τουναντίον, η
σπουδή εκδήλωσης της κατηγορηματικής καταδίκης από τους πάντες τις μέρες
αμέσως μετά το θάνατο του νεαρού Ρεθυμνιώτη (ακόμα και η Χρυσή Αυγή με
ανακοίνωσή της καταδίκασε το bullying!), αλλά και η ταχεία ύφεση του
κύματος των πρόθυμων αντιπάλων της βίας «απ’ όπου κι αν προέρχεται»
δημιουργεί μάνι μάνι την υπόνοια πως όλη αυτή η πλημμυρίδα δηλώσεων ήταν
σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον υποκριτική. Ίσως, λοιπόν, τώρα που
υποχώρησε κάπως η πλημμυρίδα αυτή ξαφνικού ενδιαφέροντος για το ζήτημα,
να μπορεί κανείς να συζητήσει για αυτό πιο ψύχραιμα και πιο
συγκροτημένα.
Ο αγγλοσαξονικός όρος bullying έχει επικρατήσει να
μεταφράζεται ως «εκφοβισμός», παρότι η αντιστοίχιση του νοήματος των δυο
αυτών όρων είναι αμφισβητούμενη. Ίσως πιο ακριβής απόδοση του αρχικού
αγγλικού όρου στα ελληνικά να ήταν οι μη λόγιες λέξεις «νταηλίκι» ή
«τσαμπουκάς» που αποδίδουν όμως πολύ ορθότερα και πληρέστερα την έννοια
στην καθομιλούμενη. Ο «τσαμπουκάς» αυτός μπορεί να εκδηλώνεται μεταξύ
παιδιών ή ενηλίκων εντός μηχανισμών όπως το σχολείο ή οι φυλακές αλλά
και στην κοινότητα. Το γεγονός ότι υπάρχουν τέτοιου είδους καταστάσεις
και συμπεριφορές είναι μάλλον αυταπόδεικτο με βάση την εμπειρία των
περισσοτέρων. Αν ωστόσο αποτελεί ιδιαίτερο φαινόμενο που χρήζει ειδικής
εξέτασης και αντιμετώπισης από επιστημονικούς κλάδους όπως η ψυχολογία, η
κοινωνική θεωρία κ.ο.κ. είναι άλλο θέμα. Όπως και το γιατί κατά καιρούς
η έννοια αυτή γίνεται «της μόδας».